Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

Το πρώτο κείμενο της αλβανικής γλώσσας

Hαλβανική γλώσσα σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες μαρτυρείται σχετικά αργά, και βρίσκεται στο ίδιο χρονικό επίπεδο με γλώσσες όπως η ρουμάνικη και η λιθουανική. Το πρώτο γραπτό κείμενο με το οποίο ξεκινά η αλβανική γλώσσα είναι το “Meshari” (διαβάζεται Μεσάρι και σημαίνει «Λειτουργικόν», η αλβ. λέξη mesha είναι δάνειο από το λατινικό missa που σημαίνει «(θεία) λειτουργία») του καθολικού ιερέα Gjon Buzuku, τυπωμένο το έτος 1555. Βέβαια υπάρχουν κατά τους προηγούμενους αιώνες μερικά ψήγματα αλβανικής γλώσσας αλλά αυτά περιορίζονται σε μια φράση του 1462, μια περικοπή του Ευαγγελίου (του δεύτερου μισού του ΙΕ’ αιώνα, αν και υπάρχουν διαφωνίες ως προς την χρονολόγησή του) και μερικές σκόρπιες λέξεις από τον ΙΔ’ αιώνα.

Η εκπληκτική ιστορία του βιβλίου

Ο Gjon Buzuku όπως μαρτυρεί ο ίδιος ξεκίνησε να γράφει το έργο στις 20 Μαρτίου 1554 και το ολοκλήρωσε στις 5 Ιανουαρίου 1555. Η ιστορική περίοδος που γράφτηκε το βιβλίο είναι η περίοδος κατά την οποία τα Βαλκάνια είχαν υποκύψει στους Τούρκους και στην Δύση η Παπική Εκκλησία μετά τις συνόδους του Τριδέντου (κατά τα έτη 1545-47, 1551-52, 1562-63) ξεκίνησε την αντιμεταρρύθμιση για να συντρίψει τους προτεστάντες. Η κίνηση των προτεσταντών είχε φτάσει στην Σλοβενία και είχε διεισδύσει μέχρι τις περιοχές της Τρανσυλβανίας. Προκειμένου λοιπόν να μη χάσει το ποίμνιό της η Παπική Εκκλησία από τον κίνδυνο των Τούρκων και από τον κίνδυνο των προτεσταντών, φαίνεται πως επέτρεψε για κάποιο χρονικό διάστημα, τουλάχιστον στις απειλούμενες περιοχές, την γραφή των λειτουργικών κειμένων σε άλλη γλώσσα (εν προκειμένω στην αλβανική) πέραν των λατινικών (κάτι το οποίο σε άλλες εποχές θα οδηγούσε στην Ιερά Εξέταση).

Κατ’ αυτόν τον τρόπο προέκυψε το “Meshari” το οποίο αποτελεί μετάφραση του αντίστοιχου λατινικού βιβλιαρίου της Θείας Λειτουργίας και περιέχει Βιβλικά αποσπάσματα, ευχές κλπ. Για λόγους όμως που δεν γνωρίζουμε το βιβλίο εντάχθηκε στο Index Librorum Prohibitorum, και τα περισσότερα αντίτυπά του εξαφανίστηκαν. Ώσπου, το 1740, ο καθολικός αρχιεπίσκοπος Σκοπίων, Gjon Nikollë Kazazi (Γκιών Νικόλ Καζάζι) από την Γκιακόβα του Κοσόβου σε ένα από τα ταξίδια του στη Ρώμη, ανακαλύπτει έκπληκτος στο Κολλέγιο της Propaganda Fide το συγκεκριμένο βιβλίο. Αντέγραψε μερικά αποσπάσματα και τα ανέφερε στα έργα του. Μερικά από τα αποσπάσματα τα έστειλε στους εξέχοντες Ιταλοαλβανούς (arbëreshë, Αρμπερέσοι) της Ν. Ιταλίας για να τα προσέξουν και αυτοί.

Το βιβλίο όμως ξαναμπαίνει στην λήθη μέχρι και το 1909 όταν ο επίσκοπος των Ιταλοαλβανών της Σικελίας Pal Skiro (Παλ Σκιρό), έχοντας διαβάσει τα έργα του Καζάζι και των άλλων Ιταλοαλβανών, το ανακαλύπτει για δεύτερη φορά, στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού.

Ο Σκιρό με επίμονες πολυετείς προσπάθειες κατάφερε να μεταγράψει το έργο, να κάνει κριτικές παρατηρήσεις και να ετοιμάσει μια εισαγωγή για την γλώσσα του έργου. Αποσπάσματα από το έργο του δημοσιεύτηκαν το 1910 και 1912 σε διάφορα έντυπα αλλά ο πρόωρος θάνατός του δεν του επέτρεψε να το δει ολοκληρωμένο. Το έργο τελικά απέκτησε κριτικές εκδόσεις μετά την δεκαετία του 1950. Η πρώτες έγιναν εκτός Αλβανίας στα ιταλικά από τον φιλόλογο και έναν από τους σημαντικότερους Αλβανούς σύγχρονους ποιητές, τον Martin Camaj (Μαρτίν Τσάμαϊ) στην Ρώμη το 1960 και από τον φιλόλογο Namik Ressuli (Ναμίκ Ρεσούλι) το 1958, ενώ στα αλβανικά έγινε από τον καθηγητή γλωσσολογίας και αλβανολόγο Eqrem Çabej (Εκιερέμ Τσαμπέι) το 1955 (σε μια σειρά άρθρων) και το 1968 (σε δυο τόμους σε ολοκληρωμένη έκδοση).

Το έργο

Το βιβλίο είναι δερματόδετο, με μέγεθος 20 Χ 14 και αποτελείται από δίστηλες σελίδες των 45 γραμμών. Σε γενικές γραμμές η γραφή είναι ευδιάκριτη, με λίγες εξαιρέσεις όπου το κείμενο έχει αλλοιωθεί και δεν διαβάζεται. Στα περιθώρια υπάρχουν μερικές σημειώσεις στα αλβανικά και στα λατινικά καθώς και μερικά σχέδια. Το έργο αρχικά είχε 110 φύλλα ή 220 in folio αλλά από τις κακουχίες έχουν χαθεί 16 φύλλα ή 32 σελίδες. Απομένουν δηλαδή μόνο 94 φύλλα ή 188 σελίδες. Στη Βιβλιοθήκη του Βατικανού είναι καταχωρημένο με τον παρακάτω κωδικό: R.G. Liturgia III, 194. Στις 188 σελίδες το σύνολο των λέξεων είναι 150.000 από ένα λεξιλόγιο 1.500 λέξεων της βόρειας αλβανικής διαλέκτου (γκέγκικη). Τα τυπογραφικά στοιχεία είναι λατινικά (με μερικά ειδικά στοιχεία για τις ιδιαιτερότητες της αλβανικής γλώσσας από το κυριλλικό αλφάβητο), ημιγοτθικής μορφής.

Ο συγγραφέας

Το όνομα του συγγραφέα το γνωρίζουμε από τον επίλογο του έργου. Πρόκειται όπως είπαμε για τον Gjon Buzuku (διαβάζεται Γκιών Μπουζούκου), υιό του Bdek (διαβάζεται Μπντεκ, δηλαδή Βενέδικτος), καθολικό ιερέα και δυστυχώς αυτές είναι οι μόνες πληροφορίες για τον συγγραφέα. Το επώνυμό του συγγραφέα απαντάται στα κατάστιχα της πόλης της Σκόδρας και σημαίνει «λυκόχειλος» (δεν έχει σχέση με το μουσικό όργανο όπως νομίζει ο Σ. Καργάκος). Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα (και λόγω της διαλέκτου που χρησιμοποιεί) να τον τοποθετήσουμε από τη συγκεκριμένη περιοχή αν και είναι γενικά παραδεκτό πως πρέπει να έζησε ανάμεσα στις κοινότητες των Αλβανών στη Βενετία.

1 σχόλια:

N.Ago είπε...

Fillim të mbarë dhe vazhdim akoma më të mbarë.
Parashikoj dhe shpresoj se po gjej një përkrahës dhe "bashkëudhëtar" në prezantimin por dhe në mbrojtjen e tezë se, kemi kaq gjëra që na bashkojnë saqë, ato që na ndajnë, janë të pa përfillshme!